Καλωσήλθατε στην ιστοσελίδα της Αναπτυξιακής Καστοριάς Α.Ε. Ο.Τ.Α.

ΠΕΡΙΟΧΗ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ

Η Καστοριά είναι πόλη της Ελλάδας και πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού. Βρίσκεται στο δυτικό άκρο της Δυτικής Μακεδονίας. Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται στους 16.218 κατοίκους (2001). Είναι χτισμένη πάνω σε χερσόνησο, σε υψόμετρο 630 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, ανάμεσα στα βουνά Βίτσι και Γράμμο. Περιβάλλεται από τη λίμνη της και συνδέεται με την ξηρά μέσω μιας ευρύτερης λωρίδας γης από επιχωματώσεις, δίνοντας την εντύπωση νησιού.

Όνομα

Σε γειτονική περιοχή, κατά τον βυζαντινό ιστορικό Προκόπιο, βρισκόταν η πόλη Διοκλητιανούπολη [1][2]. Τρείς αιώνες αργότερα, κατά τον ίδιο ιστορικό, η πόλη μεταφέρθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565 μ.Χ.) σε οχυρή θέση στη λίμνη, την οποία λίμνη ονομάζει, για πρώτη φορά, Καστορία [3]. Για το όνομα της πόλης, αναφέρει πως ο Ιουστινιανός «το όνομα, ως το εικός, αφήκε τη πόλει».

Η Βυζαντινή ιστορικός Άννα Κομνηνή αναφέρει ότι η λίμνη ονομάζεται η της Καστορίας ενώ το όνομα της πόλης προέρχεται από τη λέξη κάστρον (παραφθορά της λατινικής λέξης castrum) [4].

Ως προς την ονομασία της λίμνης ως Καστοριάς, επικρατέστερη θεωρείται η άποψη ότι προήλθε από τους κάστορες [5] που ενδημούσαν για αιώνες σ΄αυτήν. Στο 18ο αιώνα φαίνεται πως υπήρχαν κάστορες στη λίμνη της Καστοριάς, καθώς στο έγγραφο αρ. 1314 του Κρατικού Αρχείου της Βενετίας αναφέρει πως οι Καστοριανοί στέλνουν «ολίγα γουναρικά από κάστορα» [6][7]. Εικάζεται, ότι από την υπεράγρευση, αλλά κυρίως εξαιτίας των μεταβολών κατά τη διάρκεια των αιώνων των κλιματολογικών συνθηκών και προ πάντων της σταδιακής μείωσης των ορμητικών υδάτων από το Βίτσι, επήλθε η εξαφάνιση του κάστορα από τη λίμνη.

Η τουρκική ονομασία της πόλης είναι Kesriye ενώ η σέρβικη, βουλγάρικη και σλαβομακεδονική γραφή της πόλης είναι Κοστούρ (Κυριλλικά: Костур). Κατά μια θεωρία, η σλαβική ονομασία "Костур - Κοστούρ" προέρχεται από την βουλγάρικη λέξη "кост - κοστ" που σημαίνει κόκκαλο ή και την ελληνική λέξη σκελετός (στα Βουλγαρικά, η λέξη "костур" αναφέρεται σε ένα είδος ψαριού με πολλά κόκαλα) [8].

Προϊστορικοί χρόνοι

Στο χωριό Νόστιμο, οι ερευνητές μετά τον εντοπισμό το 1935, τις ενδιάμεσες διερευνήσεις και τις συστηματικές ανασκαφές το 1997 έφεραν στο φως το απολιθωμένο δάσος ηλικίας 27-23 εκατομμυρίων ετών. Ειδικοί επιστήμονες καταλήγουν σ΄ αυτό το συμπέρασμα ύστερα από πολύχρονη επιστημονική τεκμηρίωση των ευρημάτων που ανάγονται στην Προανθρώπινη εποχή την πρώτη περίοδο του Καινοζωϊκού αιώνα[9] όπως δόντια καρχαρία, μύδια, αστερίες, κοχύλια, σαλιγκάρια, τροπικά και υποτροπικά είδη βλάστησης σε άριστη απολίθωση. Η ανεύρεση ενός χειροπέλεκυ στο Παλαιόκαστρο μεταξύ Αλιάκμονος και Αιανής ανάγεται στην Παλαιολιθική περίοδο [10] ή στο Πλειστόκαινο των γεωλόγων δηλαδή στην απαρχή της εμφάνισης του Homo sapiens sapiens (άνθρωπος ο έμφρων). Ο δεύτερος χειροπέλεκυς εντός ελλαδικού χώρου βρέθηκε στη Μεγαλόπολη της Αρκαδίας.

Στη νότια πλευρά της λίμνης, εκεί που σήμερα βρίσκεται το χωριό Δισπηλιό, το 1932 ο καθηγητής Αντώνιος Κεραμόπουλος επωφελούμενος από τη χαμηλή στάθμη της λίμνης διέκρινε υπολείμματα πασσάλων και με νέα έρευνα του το 1940 επιβαίωσε την ακριβή θέση ανακαλύπτοντας έτσι τον λιμναίο οικισμό στο Δισπηλιό της Καστοριάς. Μετά από ανασκαφές που πραγματοποίησε ο καθηγητής της προϊστορικής αρχαιολογίας του ΑΠΘ Γιώργος Χουρμουζιάδης επαναβεβαιώθηκε η ύπαρξη λειψάνων εκτεταμένου νεολιθικού λιμναίου οικισμού στο Δισπηλιό, που χρονολογείται περί το 6000-5500 π.Χ. [11]. Ανάλογα χαράγματα εκτός της ξύλινης πινακίδας έχουν βρεθεί και σε μικρές κεραμικές πινακίδες.

Επίσης ο νεολιθικός οικισμός στην Αυγή Καστοριάς αναπτύσσεται σε έκταση 35 στρεμμάτων σε λοφώδη περιοχή σε απόσταση 8 χλμ από λιμναίο οικισμό του Δισπηλιού Ν-ΝΔ της Λίμνης της Καστοριάς και 500 μ. περίπου από την πλατεία της σύγχρονης κοινότητας.

Ιστορία

Κλασικοί χρόνοι

Ο ευρύτερος γεωγραφικός χώρος ταυτίζεται με την περιοχή της αρχαίας Ορεστίδος, όπου κατοικούσαν οι Ορέστες, την οποία ο Κλαύδιος Πτολεμαίος τον 2ον αι. μ.Χ. οριοθετεί από ανατολάς μέχρι του Νέστου ποταμού και νοτίως μέχρι του πέρατος του Μαλιακού κόλπου [12] Από εδώ άρχισαν οι Μακεδόνες βασιλείς να συνενώνουν τα υπόλοιπα κρατίδια για να δημιουργήσουν το μεγάλο Μακεδονικό βασίλειο. Ένα κομμάτι από ανάγλυφη επιτύμβια στήλη που βρέθηκε στην Πεντάβρυσο Καστοριάς το 1999 και χρονολογείται γύρω στα 400 π.Χ. δίνει νέα στοιχεία για την Αρχαία Ορεστίδα.

Ρωμαϊκοί χρόνοι

Το 199 π.Χ. η περιοχή υποτάχθηκε στους Ρωμαίους, οι οποίοι επέτρεψαν τη διαμόρφωση μιας ιδιότυπης τοπικής αυτονομίας. Μετά την ήττα του Αντίοχου Γ' του Μεγάλου στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, το 189 π.Χ. και τη Συνθήκη της Απάμειας, δόθηκε αυτονομία στους Ορέστες.

“Μακεδόνων μέν ουν τούς Ορέστας καλουμένους κατά πόλεμον αυτονόμους αφείσαν... κατά τον ιστορικόν Πολύβιον,Hist.18.47.5.”

Ο Ρωμαίος ιστορικός Τίτος Λίβιος αναφέρει την ύπαρξη της πόλης Κελέτρουμ (Celetrum), ευρισκόμενης σε χερσόνησο [13] της οποίας το όνομα προέρχεται από το ρήμα «κηλώ» το οποίο σημαίνει θέλγω ή από παραφθορά της λέξης castrum. Ο Παναγιώτης Παπαναούμ στην αυτοβιογραφία του (Λειψία, 1856) δεν έχει αμφιβολίες για την ταύτιση της Καστορίας - Celetrum: «Εγεννήθην εν Καστορία πάλαι Κέλετρον καλουμένην» [14] Αργότερα η περιοχή αποτέλεσε τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Βυζαντινή περίοδος

Η στρατηγική θέση και η φυσική ομορφιά της περιοχής προσέλκυσε το ενδιαφέρον των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, ο δε ιστορικός Προκόπιος ο Καισαρεύς, στο έργο του Περί κτισμάτων που συνέγραψε το 558, αναφέρει λίμνη Καστοριάς η οποία ήταν γειτονική με πόλη της Θεσσαλίας, ονομαζόμενη Διοκλητιανούπολη [15] ευάλωτη στις επιδρομές (η Διοκλητιανούπολη έχει ταυτιστεί από τους αρχαιολόγους με αρχαία πόλη στην περιοχή Αρμενοχώρι, 4 χιλιόμετρα νότια της Καστοριάς) [16]. Κατά τον Προκόπιο, ο Ιουστινιανός Α' μετέφερε εκείνη την πόλη σε «νησί» στο κέντρο της λίμνης και την περιτείχισε με διπλό τείχος, από το οποίο σήμερα μόνον σπαράγματα σώζονται. Το κάστρο αποτελούσαν δύο γραμμές τειχών που άρχιζαν από ένα μέρος της όχθης του λαιμού στα νότια, προχωρούσαν προς τη βόρεια όχθη της λίμνης και κατέληγαν στο ανατολικό μέρος της λίμνης. Εκεί το κάστρο γινόταν πιο φαρδύ και σχημάτιζε το ογκωδέστερο μέρος του νησιού, καταμεσίς της λίμνης.

Από το 927 μέχρι το 969, η Καστοριά ήταν υπό την κατοχή των Βουλγάρων, που εκδιώχθηκαν από τους Πετσενέγγους με προτροπή των Βυζαντινών. Το 990, ο Τσάρος των Βουλγάρων Σαμουήλ κατά την επιδρομή του στον ελλαδικό χώρο κατέλαβε και την Καστοριά, ξεπερνώντας τη φυσική αλλά και την τεχνητή της οχύρωση. Το 1017, ο αυτοκράτορας Βασίλειο Β' Βουλγαροκτόνος την πολιόρκησε αλλά απέτυχε να την καταλάβει [17]. Με την τελική κατάρρευση της βουλγαρικής αντίστασης, το 1018, η πόλη επανήλθε στους Βυζαντινούς.

Από το 1082 μέχρι την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την Δ' Σταυροφορία το 1204, άλλοτε βρίσκεται υπό τους Νορμανδούς και άλλοτε στα χέρια των Βυζαντινών. Μετά το 1204 οι Βούλγαροι, επωφελούμενοι από τη γενική εξασθένηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, την κυριεύουν για τρίτη φορά. Ωστόσο η βουλγαρική κατοχή δεν διήρκησε πολύ, αφού μετά από μικρό χρονικό διάστημα η πόλη περιήλθε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου.

Οθωμανική περίοδος

Η κατάληψη της Καστοριάς από τους Τούρκους τοποθετείται περίπου στο 1383. Έμεινε στην κατοχή τους επί περίπου πέντε αιώνες. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η περιοχή της Καστοριάς αναδείχτηκε σε κέντρο ελληνισμού διατηρώντας την εθνική συνείδηση, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα. Την εποχή αυτή η περιοχή ανέπτυξε έντονη οικονομική και εμπορική δραστηριότητα και γνώρισε άνθηση στις τέχνες και τα γράμματα. Ο Γεώργιος Καστοριώτης ή Γεώργιος Καστριώτης [18], επιφανής Καστοριανός που έφτασε ως το αξίωμα του μεγάλου κομίσου, ίδρυσε το 1705 στη συνοικία Μουζεμβίκη την εκκλησιαστική του σχολή και το 1708 μετακάλεσε από τη Βενετία τον αναγνωρισμένο λόγιο, θεολόγο και συγγραφέα Μεθόδιο Ανθρακίτη [19]. Το 1710 ιδρύθηκε το Ανώτερον Σχολείον Κυρίτζη τη διεύθυνση του οποίου ανέλαβε ο Μεθόδιος Ανθρακίτης [20].

«Αναντίρρητα ο Ρήγας Βελεστινλής εδραιώνεται στο υψηλότερο έδρανο των μορφών της Εθνεγερσίας. Είναι η πρώτη κρίσιμη και αποφασιστική περίοδος της αφύπνισης του Γένους και της σφυρηλάτησης της εθνικής συνείδησης. Συμμάρτυρές του οι δυο Καστοριανοί αδελφοί Ιωάννης και Παναγιώτης Εμμανουήλ και ο στενός συνεργάτης του Γεώργιος Θεοχάρης που λόγω του εγνωσμένου κύρους του και της αυστριακής υπηκοότητός του απελάθηκε και προτίμησε την Λειψία [21]».

Κατά την επανάσταση του 1821 σημειώθηκαν αρκετές επιχειρήσεις στην περιοχή και ιδιαίτερα στο Βογατσικό. Καστοριανός ήταν ο οπλαρχηγός Ιωάννης Παπαρέσκας, ο οποίος πήρε μέρος στη σύνοδο της Μονής Δοβρά μαζί με άλλους οπλαρχηγούς της Μακεδονίας, Ευάγγελος Ιωάννου [22] κ.α.[23][24].

Στα 1867, ιδρύθηκε με πρωτεργάτη τον Αναστάσιο Πηχεών η Εθνική Επιτροπή, με πρώτα μέλη τους γιατρούς Ιωάννη Σιώμο και Αργύριο Βούζα και τους Νικόλαο Τουτουντζή, Βασίλειο και Νικόλαο Ωρολογόπουλο Ρέτζη και Απόστολο Σαχίνη. Γρήγορα διευρύνθηκε ιδιαίτερα προς την Κλεισούρα, όπου ο Πηχεών είχε διατελέσει δάσκαλος από το 1862 και είχε συνδεθεί τότε στενά με τον γνωστό γιατρό Ιωάννη Αργυρόπουλο. Η νέα «Φιλική Εταιρεία», όπως ονομάσθηκε μετά τη διεύρυνσή της, απέβλεπε στο ξεσήκωμα της Μακεδονίας εναντίον των Τούρκων. Αρχές του 1888 συνελήφθησαν από τους Τούρκους δεκαπέντε Κλεισιουριώτες και περισσότεροι από σαράντα Καστοριανοί μαζί με Μπογκατσιώτες, Κορυτσιώτες κ.α. που οδηγήθηκαν τελικά στις φυλακές του Μοναστηρίου για να δικαστούν [25].

Μακεδονικός αγώνας

Η περιοχή της Καστοριάς αποτέλεσε τον πυρήνα προετοιμασίας και δράσης του ένοπλου απελευθερωτικού Μακεδονικού Αγώνα. Ήδη από το 1867, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύθηκε η Εθνική Επιτροπή. Αν και στην πόλη της Καστοριάς ήταν αναμφισβήτητη η κυριαρχία του ελληνικού στοιχείου [26], σε αρκετά χωριά της υπαίθρου υπήρχε σταδιακή και αυξανόμενη βουλγαρική διείσδυση, μετά τη σύσταση της βουλγαρικής Εξαρχίας και ιδιαίτερα μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 [27]. Φυσικό επακόλουθο ήταν να οργανωθεί και να ενταθεί, μετά την εξέγερση του Ίλιντεν [28] 1903, η αντίσταση και να αναδειχθούν σημαντικές ιστορικές μορφές, όπως ο Παύλος Μελάς, ο Γερμανός Καραβαγγέλης και ο Ίων Δραγούμης. Σημαντικοί Καστοριανοί οπλαρχηγοί έδρασαν την περίοδο αυτή, όπως ο Αριστείδης Μαργαρίτης, ο Κωνσταντίνος Γκολογκίνας, ο Σπυρίδων Δούκης και ο Χρήστος Δούκης, ο δάσκαλος Βασίλειος Μελεγκάνος κ.α. [29].

Νεώτερη ιστορία

Η Καστοριά απελευθερώθηκε κατά τον Α' Βαλκανικό πόλεμο, στις 11 Νοεμβρίου του 1912 και ο Άγιος Μηνάς τιμάται ως ελευθερωτής της πόλης. Κατά τις περιόδους των Βαλκανικών πολέμων (1912-13), του Α' Παγκοσμίου πολέμου (1914-18), και του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (1940 - 45) [30] ήταν σημαντική η συμβολή των κατοίκων της περιοχής στον αγώνα κατά των Ιταλών, Σλάβων και Γερμανών κατακτητών. Η άλλοτε ανθηρή [31] εβραϊκή κοινότητα της Καστοριάς έπαψε (24 Μαρτίου 1944) να υφίσταται με τη βίαιη μεταφορά, κάτω από απάνθρωπες συνθήκες, 763 Εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης απ΄ όπου επέστρεψαν μόνον 35 [32].

Στην περίοδο του ελληνικού Εμφυλίου πολέμου, η περιοχή της Καστοριάς αποτέλεσε θέατρο εξέλιξης της ένοπλης αιματοχυσίας και των θλιβερών κοινωνικών συνεπειών που ακολούθησαν. Ως συνέπεια της ελονοσίας, του υποσιτισμού και της αβιταμίνωσης [33] παρατηρήθηκε στην περιοχή ραγδαία αύξηση των περιστατικών φυματιώσεως [34]. Ο γιατρός και τότε δήμαρχος της πόλης, Σαράντης Τσεμάνης, ως μάρτυρας κατηγορίας κατά των Ιταλών και Βουλγάρων εγκληματιών πολέμου στη Δυτική Μακεδονία το 1941-44 (πχ Ράβαλι, Κάλτσεφ) [35] στη Αθήνα το 1946, προκάλεσε αίσθηση στο δικαστήριο, όταν με παλλόμενη φωνή είπε: «... η νεολαία της Δυτικής Μακεδονίας είναι καταδικασμένη εις τον δια φυματιώσεως θάνατον. Έχει κοκκινίσει το χώμα από τας αιμοπτύσεις. Η Καστοριά πρέπει να μεταβληθεί εις ένα απέραντον Σανατόριον, δια να γιάνη τα αγιάτρευτα, που ετσάκισαν, νιάτα της».

Βυζαντινοί ναοί

Άγιοι Ανάργυροι Καστοριάς. Από τις μεγαλύτερες και παλαιότερες εκκλησίες της Καστοριάς, αποτελεί ένα από τα ωραιότερα και ενδεικτικότερα καλοδιατηρημένα δείγματα τρίκλιτων βασιλικών ναών της μεσοβυζαντινής περιόδου

Η Καστοριά με τις 72 εκκλησίες της είναι η μόνη πόλη στην Ελλάδα που σώζει σε μεγάλο βαθμό αδιάλειπτα τη βυζαντινή [36] και μεταβυζαντινή μνήμη. Με εξαίρεση το Άγιον Όρος μόνο στην Καστοριά υπάρχουν φορητές εικόνες της Κρητικής Σχολής και μάλιστα πρώιμης χρονολογίας. Οι εκκλησίες, οι τοιχογραφίες, [37] οι φορητές εικόνες και τα αρχοντικά, είναι μάρτυρες οικονομικής ακμής και πολιτισμού σχεδόν 10 αιώνες περίπου. H ανέγερση των εκκλησιών της Καστοριάς, όπως του Αγίου Γεωργίου 1085 από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αλέξιο Κομνηνό [38] συνεχίστηκε από μια πλειάδα της εκάστοτε μακραίωνης τοπικής αριστοκρατίας ως κτιτόρων, όπως π.χ. των Αγίων Αναργύρων και του Νικολάου Κασνίτζη [39] Το μοναστήρι της Μαυριώτισσας του 11ου αιώνα είναι τοιχογραφημένο και στην εξωτερική όψη, όπως συνηθίζεται στη Βόρεια Ελλάδα και στα Βαλκάνια. Στις τοιχογραφίες του ναού, επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας, είχαν αφαιρεθεί τα μάτια από όλα τα εικονιζόμενα πρόσωπα.

Μερικές από τις βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες που σώζονται σήμερα στη Καστοριά είναι οι:

  • Η Παναγία η Καστριώτισσα, γνωστή ως Κουμπελίδικη, αρχές του 11ου αι. (1020-1025) κατά την επικρατέστερη άποψη (Krautheiemer, Wharto – Epstein [40]) που βασίζεται στο ιστορικό γεγονός της λήξης των επιχειρήσεων (1019) για την εκδίωξη των Βουλγάρων από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Βασίλειο Β΄ Βουλγαροκτόνο [41]. Είναι η μοναδική εκκλησία της Καστοριάς με τρούλο και η μοναδική με την απεικόνιση της Αγίας Τριάδας.
  • Ιερά Μονή της Μαυριώτισσας (περί τα τέλη του 11ου αι.) που προϋπήρχε της Κουμπελίδικης ως παλαιό συγκρότημα.
  • Ο Άγιος Στέφανος του (11ου αι.) είναι η μοναδική παλιά εκκλησία με γυναικωνίτη.
  • Οι Άγιοι Ανάργυροι (12ου αι.) είναι ο μοναδικός ναός στην Καστοριά που έχει μαρμάρινο διάκοσμο, αμφικιόνια, επίκρανα και περιθυρώματα με ποικίλα ανάγλυφα σ΄ όλες τις πύλες.
  • Ο Άγιος Νικόλαος του Κασνίτση. Ονομάσθηκε έτσι από τον κτήτορά της μάγιστρο Νικηφόρο Κασνίτση, για να διακρίνεται από τους υπόλοιπους 11 ναούς που είναι αφιερωμένοι στον ίδιο Άγιο.
  • Ο Ταξιάρχης Μητροπόλεως (13ου αι.)
  • Ναός Αγίων Τριών (14ου αι.)
  • Ναός Αγ. Νικολάου Μαγαλειού (16ου αι.)


Αγιογραφίες - Εικονογραφίες

Ο Ταξιάρχης Μητροπόλεως (υπάρχει και ο Ταξιάρχης στο παλαιό Γυμνάσιο) μετά τον Άγιο Στέφανο είναι η δεύτερη εκκλησία στην Καστοριά που διατηρεί σε σημαντική έκταση τοιχογραφίες του 13ου αι., μεταξύ των οποίων διακρίνεται η μητέρα του αφιερωτή Ιωάννη Ασάνη, Ειρήνη Παλαιολογίνα, ο Επιτάφιος Θρήνος και η δεομένη Παναγία. Η τεχνοτροπική ομοιότητα των τοιχογραφιών του 11ου αι. στους ναούς του Αγίου Στεφάνου και του Ταξιάρχη Μητροπόλεως δηλώνει την επαφή των εργαστηρίων της πόλης με άλλα καλλιτεχνικά κέντρα, όπως της Καππαδοκίας και βεβαίως της Κωνσταντινούπολης. Η πληθώρα των έργων του 12ου αι. χαρακτηρίζεται για την εκφραστικότητα των προσώπων, την επιβλητικότητα και τη δυναμική των μορφών. Οι Άγιοι Ανάργυροι και και ο Άγιος Νικόλαος του Κασνίτζη (πλατεία Ομόνοιας) είναι ναοί με χαρακτηριστικά δείγματα της υψηλής τέχνης που αναπτύχθηκε τον 12ον αι. Ακμάζουσα σχολή τοιχογραφίας και αγιογραφίας αναπτύχθηκε στην Καστοριά κατά το 12ο αιώνα, κυρίως αντικλασικής τεχνοτροπίας, ενώ σπουδαία δείγματα έργων που βρίσκονται σε εκκλησίες της πόλης μαρτυρούν την παρουσία εργαστηρίων προερχόμενα από σημαντικά καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής. Το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, διαδοχικές στρατιωτικές εκστρατείες συντέλεσαν στην παρακμή της καλλιτεχνικής ζωής της πόλης. Κατά το δεύτερο μισό του αιώνα σημειώθηκε ωστόσο μια νέα περίοδος ακμής, κατά την οποία ένα εκτενές πρόγραμμα τοιχογραφιών περατώθηκε, πιθανώς από τοπικά εργαστήρια ή καλλιτέχνες με καταγωγή από την Καστοριά. Η πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της πόλης συνέχισε να γνωρίζει ακμή κατά το 15ο αιώνα, με τις ευλογίες των οθωμανικών αρχών. Το ύφος που διαπνέει τα έργα αυτής της περιόδου διακρίνεται για τα αντικλασικά στοιχεία του και ταυτόχρονα από τη διάθεση ανανέωσης της βυζαντινής τέχνης εισάγοντας καινοτομίες από καλλιτεχνικά ρεύματα της Δύσης [42].

Αξιοσημείωτες αναφορές για τη γουνοποιία

Μαζί με τη λίμνη της [43], ευρύτατα γνωστό χαρακτηριστικό της πόλης είναι η δραστηριοποίηση των κατοίκων της για περισσότερα από πεντακόσια χρόνια στην τέχνη της γουναρικής (την πρώτη έγγραφη μαρτυρία εντοπίζουμε σε Πατριαρχικόν σιγίλλιον έτους 1574, με το οποίο ο Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ανέθεσε τον έλεγχο της περιουσίας των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους στην περίφημη συντεχνία των Καστοριανών γουναράδων της Κωνσταντινουπολίτικης παροικίας) [44].

«Παρεκινήσαμεν αυτούς και προετρεψάμεθα αναδειχθήναι την επιτροπικήν διοίκισιν και επιστασίαν της μονής ταύτης και πάντα κόπον και αγώνα και μόχθον καταβαλείν αφειδώς εις λυσιτέλειαν και ωφέλειαν του ιερού τούτου και σεβασμίου Μοναστηρίου (...)» - ΙΕΕ, Τόμος ΙΑ΄σ.191

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει εδώ για τη συντεχνία (ρουφέτι των γουναράδων) των Ελλήνων γουναράδων της Κωνσταντινούπολης, που τη σύστασή της ανάγουν οι ερευνητές στον 16ο αι. Το 1780 ο πατριάρχης Σωφρόνιος, ύστερα από αίτηση των μοναχών του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Πάτμου, ανέθεσε στους γουναράδες την επιστασία της ιστορικής μονής.

Η γούνα αποτελούσε απαραίτητο στοιχείο ενδυμασίας και ήταν σύμβολο αρχοντιάς και τρόπος κοινωνικής προβολής. Ο Γάλλος περιηγήτης Antoine Olivier [45], στο τέλος του 17ου αι., μιλώντας για τους Έλληνες της Πόλης, αναφέρει, ότι πλούσιοι φορούσαν τον χειμώνα δυο και τρεις γούνες, τη μια επάνω στην άλλη (εν πέντε σισύραις εγκεκυρδυλημένος), όπως έγραφε στα 1880 ο Γεώργιος Βιζυηνός από το Γκαίτιγκεν της Γερμανίας), αλλά και οι φτωχοί χρησιμοποιούσαν ευτελέστερες από λαγό, τσακάλι ή αρνί. Οι περισσότερες γυναίκες, γράφει χαρακτηριστικά, έχουν δέκα και δώδεκα φουστάνια με γουναρικά που μερικά από αυτά αξίζουν 15.000-20.000 φράγκα. Αυτή τη ματαιόδοξη τάση επιδείξεως της διοικητικής και οικονομικής αριστοκρατίας της Κωνσταντινοπόλεως εκμεταλεύθηκαν οι οι Έλληνες γουναράδες και δημιούργησαν το προσοδοφόρο επάγγελμα και εμπόριο που απλώνονταν και έξω από τα σύνορα της αυτοκρατορίας, στην Αυστρία, στην Ουγγαρία, στην μακρινή Ολλανδία. Η οικονομική ευεξία των γουναράδων της Κωνσταντινουπόλεως ιδιαίτερα στον 18ο αι. υπήρξε σημαντικός παράγοντας όχι μόνο για την επιβολή τους ανάμεσα στους ομοεθνείς, αλλά και για την άσκηση της επιρροής στους Τούρκους αξιωματούχους, από τους ανωτέρους ως τους κατωτέρους. Επικεφαλής της συντεχνίας (πρωτομαϊστορες) [46] αναφέρονται πρόσωπα που βοήθησαν στην πραγματοποίηση κοινωφελών έργων. Ανάμεσά τους την πρώτη ασφαλώς θέση κατέχει ο Μανωλάκης Καστοριανός, προστάτης των γραμμάτων και ενισχυτής σχολείων, ο πρωτομαϊστωρ Αθανάσιος που διέθεσε το 1720 μεγάλο ποσό για την επισκευή του πατριαρχικού ναού και άλλοι [47]. Στα τέλη του 19ου αι., διερχόμενος από την Αχρίδα, ο Βίκτωρ Μπεράρ γράφει ότι το 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι [48].

Η τέχνη της γουναρικής

Η τέχνη των καστοριανών γουνοποιών συνιστάται στην ειδική επεξεργασία των χορδάδων (αποκομμάτων δερμάτων, αυτά δηλαδή που αποκόπτονταν από άλλους ως φύρα) που χειρίζονται με μοναδικό τρόπο και με ιδιαίτερη τεχνική, επινόηση των Καστοριανών. Λόγω της μεγάλης ζήτησης των γουναρικών, απαγορεύτηκε για κάποια χρονική περίοδο η χρήση τους με σουλτανικό διάταγμα [49] το 1713 γιατί επήλθε «σπάνις γουνών». Τότε (18ος αι.) ανέκυψε η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν τα αποκόμματα για να καλύψουν τη μεγάλη ζήτηση. Πρόκειται για συρραφή μικρών τεμαχίων που κόβονται σε μικρότερες λωρίδες και υπολωρίδες για να επιτευχθεί ο ομοιόμορφος, ελκυστικός, εντυπωσιακός και ενιαίος φυσικός χρωματισμός, η επιθυμητή φορά του τριχώματος (διαλογέας, κόφτης, χρωματιστάς (για παράδειγμα το μαύρο γουναρικό υπήρχε σε δέκα και περισσότερες αποχρώσεις), καμπαντοσύνη (ίδια φορά τριχώματος), συρραφή σε ειδικές μηχανές, σταματωτής (ελαφρά υγροποίηση, τεζάρισμα σε τάβλες και έκθεση στον ήλιο συρραμένων κομματιών) κ.α. μέχρι το τελικό προϊόν. Όλα αυτά κατέστησαν τις γούνες της Καστοριάς περιζήτητες στην παγκόσμια αγορά και προσέδωσαν στην πόλη τη γνωστή της φήμη και την οικονομική, κατά καιρούς, ευεξία της. Το χαμηλό κόστος των χορδάδων, ο καταμερισμός της εργασίας, η εξιδίκευση με πρώτιστη του χρωματιστά κάνανε περιζήτητες τις γούνες τις Καστοριάς ως αληθινά κομψοτεχνήματα παρά τον κλιμακούμενο διεθνή ανταγωνισμό.

Τα αρχοντικά της Καστοριάς

Δείγματα της λαμπρής άνθησης της βιοτεχνικής και εμπορικής δραστηριότητας των κατοίκων της Καστοριάς κατά τη διάρκεια ιδιαίτερα του 18ουαι. (1710-1726) και (1760 ως το τέλος του αιώνα) αποτελούν τα πολυάριθμα πανύψηλα αρχοντικά της καλαμωμένα για τις βιοτικές ανάγκες των ενοίκων της. Ήταν τότε που υπογράφηκαν διάφορες διεθνείς συνθήκες και επεκράτησε ειρήνη και ελευθερία επικοινωνίας στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη. Παρουσιάζουν ακόμα και σήμερα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ως οικιστικό σύνολο. Με εσωτερικούς χωρισμένους λειτουργικούς χώρους, εσωτερικές διακοσμήσεις, περίτεχνα ξυλόγλυπτα στα σανιδώματα στις οροφές, πολύχρωμοι υαλωτοί φεγγίτες υψηλής αισθητικής, ζωφόρους κατάκοσμους, πλήθος φυτομορφικών διακοσμήσεων και ρόμβων δημιουργούν και συνθέτουν ένα ιδιότυπο εσωτερικό χώρο, που βρίσκει την καλύτερη έκφρασή του στην Καστοριά, ένα ιδιότυπο Μακεδονικό ρυθμό [50]. Είναι κατ΄εξοχήν δείγματα λαϊκής αρχιτεκτονικής. Γενικά στα αρχοντικά της Καστοριάς υπάρχει μια ισορροπία σε σχέση με το περιβάλλον, διατηρούν ακέραιες τις αρετές του μέτρου και της ανθρώπινης κλίμακας [51]. Ανάλογα με την κλίση του εδάφους ήταν τριώροφα και τετραώροφα, όταν δεν υπήρχε κλίση ήταν μόνο το ισόγειο, το μεσοπάτωμα και ο όροφος. Τα μεγάλα σπίτια για πρώτη φορά απέκτησαν τζαμλίκια και ξύλινα παράθυρα που οι Τούρκοι τα αποκαλούσαν «κιρκ πεντζέρ» (=σαράντα παραθύρια).


Κυκλώπειο τείχος

Επί δε του υψηλοτάτου σημείου του εν λόγω όρους υπάρχει μικρόν οροπέδιον εφ΄ού ερείπια του ναού του Αγίου Αθανασίου διακρίνονται. Προς ανατολάς και ου μακράν του εν λόγω ερειπίου, κοιλάς τις αρκετά μεγάλη περιεφράττετο πάλαι ποτέ υπό κυκλωπείου τείχους, του οποίου οι μεγάλοι λίθοι κείνται έτι και νυν επί γραμμής επιμαρτυρούσης την αρχαίαν του ύπαρξιν και τον σκοπόν δι΄ον ανωκοδομήθη. Εντός δε του φρουρίου τούτου υπήρεν, ως λέγεται, και φρέαρ, του οποίου ο πυθμήν μέχρι της λίμνης κατέληγεν. Τα ολίγα όσα μέχρι σήμερον εγράφησαν παρά διαφόρων αρχαίων τε και νεωτέρων περί Καστορίας ούτε μνείαν ποιούσι περί του άνω μνημονευθέντος φρουρίου. Αρχεία η πατρίς μου δεν κέκτηται, ώστε να δυνηθεί εξ αυτών να επιφωτισθή το μυστήριον των κολοσσιαίων λίθων του φρουρίου και των αρχιτεκτόνων αυτού τών εξ αμνημονεύτων αιώνων υπό το σκότος του χρόνου διατελούντων. Από τις παιδικές αναμνήσεις του Παναγιώτη Παπαναούμ 1816-1822) [52].


Ένα περίεργον φαινόμενον της λίμνης μας

Και άλλο τι περίεργον συμβαίνει τακτικώς κατ΄έτος και μήνα Αύγουστον εν Καστορία, το γνωστόν υπό το όνομα: «αρρώστησε το νερό». Η λίμνη της πατρίδος μου σχετικώς προς την ανώμαλον θέσιν της πόλεως διαιρείται εις δύο, εις Δολτζινήν (μεσημβρινήν δηλ. νοτιοδυτική) και Αποζερενήν (Αρκτικήν δηλ. βορειοανατολική). Αρχομένου του μηνός Αυγούστου μέχρι της 15 αυτού, ήτοι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αι εξ επαγγέλματος λευκάστριαι διακόπτουσι τας εργασίας των όπως αι Δρυμάδες, λέγουσαι δε ότι αι δρύμαι της λίμνης κόπτουσι τα πανιά των. Το αληθές είναι, ότι αρρωστά το νερόν της λίμνης κατά πρώτον ως επί το πλείστον εις το αρκτικόν μέρος αυτής επί 8 (οκτώ) ολοκλήρους ημέρας και ακολούθως μέχρι της 15ης Αυγούστου εις το μεσημβρινόν. Συμβαίνει δε η ασθένεια του ύδατος, ως αποκαλεί το φαινόμενον τούτο η κοινή των πολιτών φράσις, κατά τον εφεξής τρόπον: Αίφνης η θερμοκρασία του ύδατος ψυχρούται επί τοσούτον, ώστε και η χρήσις των λουτρών της λίμνης υπό πολλών διακόπτεται, το ύδωρ μελανούται και οι ιχθείς μέχρι δύο λίτρων περίπου βάρους νήχονται (κολυμπούν, επιπλέουν) επί της επιφανείας του ύδατος ως μέθυσοι και συλλαμβάνονται υπό των κατοίκων δια της χειρός. Όλως το αυτό φαινόμενο παρουσιάζεται μετά 8 ημέρας εις το αντίθετον μέρος της λίμνης, το μεσημβρινόν, και διαρκεί μέχρι της 15ης Αυγούστου. Ουδεμία μέχρι τούδε, ως πληροφορούμαι, εγένετο απόπειρα περί ανακαλύψεως της καθ΄αυτό αιτίας του φαινομένου, εικάζω όμως ότι αύτη προέρχεται εκ πηγών σιδηρούχων ευρισκομένων εν τω πυθμένι της λίμνης. Ό,τι δε αποκαθιστά σκοτεινόν το φαινόμενον είναι η περιοδική αυτού κατά μήνα Αύγουστον εμφάνισις. Πιθανόν με τον χρόνον να γίνη η ανακάλυψις του εν λόγω φαινομένου υπό επισήμων ανδρών [53].


Εν θολωτοίς κοιλώμασι του Αγίου Γεωργίου Καστορίας

Ο Παναγιώτης Παπαναούμ το 1851 γράφει: “Εις τον Άγιον Γεώργιον της Καστορίας εν θολωτοίς κοιλώμασιν, επί της δυτικής πλευράς του ναού, φαίνονται και σήμερον ίχνη ζωγραφιών παριστασών, κατά την παράδοσιν των πολιτών, πρόσωπα αγίων, το αληθές όμως είναι ότι οι άγιοι ούτοι ήσαν οι διαπρέψαντες αυτοκρατορικοί υπάλληλοι της βυζαντινής δυναστείας κατά την παράδοσιν της πόλεως εις τους Οθωμανούς”.


Αξιόλογοι Καστοριανοί

Μανωλάκης Καστοριανός (17ος αι. ακμάσ. 1660) ο πρώτος εθνικός ευεργέτης [54][55][56]

Κωνσταντίνος Μιχαήλ 18ος αιώνας, ιατροφιλόσοφος

Σεβαστός Λεοντιάδης (1690 - 1765), λόγιος

Θωμάς Μανδακάσης (1709 - 1796), γιατρός και λόγιος

Γεώργιος Καστοριώτης ή Γεώργιος Καστριώτης [20] Μέγας κομίσος στην Ουγγαροβλαχία και ιδρυτής, στα 1705, εκκλησιαστικής σχολής [57][58].

Αθανάσιος Χριστόπουλος (1772 - 1847), Ιατροφιλόσοφος, ανώτατος δικαστικός στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ποιητής [59].

Γεώργιος Θεοχάρης (1758-1843), στενός συνεργάτης του Ρήγα Φερραίου [60][61].

Ιωάννης και Παναγιώτης Εμμανουήλ, συνεργάτες του Ρήγα Φεραίου

Δαμιανός Γεωργίου (1809-1899), καθηγητής της ιατρικής στη Αθήνα [62][63].

Παύλος Ιωάννου (1824-1897) καθηγητής της Ιατρικής και πρύτανις του Πανεπιστημίου Αθηνών [64].

Γεώργιος Δράσκας Γουνέμπορας στην Πέστη στο πρώτο ήμισυ του 19ου αι. και ευεργέτης [65].

Αδελφοί Βελδάρη Γουνέμποροι στη Πράγα στο πρώτο ήμισυ του 19ου αι.και δωρητές [66].

Παναγιώτης Παπαναούμ (1810-1885), μηχανικός [67], συγγραφέας [68], περιηγητής, πρόξενος [69][70][71].

Δημήτριος Μπετλής, Γουνέμπορας στη Βιέννη κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αι. και δωρητής του Ελληνικού Σχολείου που λειτουργούσε κανονικά, μέχρι το 1888, στη συνοικία Νικολάου Πετρίτη [72].

Δημήτριος Σακελλάριος, Πρόξενος στο Βουκουρέστι, επιμελείται, με δική του δαπάνη, την έκδοση του Μεγάλου Αλφαβηταρίου [73].

Ιωάννης Παπαρέσκας, οπλαρχηγός της επανάστασης του 1821.

Αριστοτέλης Ζάχος (1871 - 1939), αρχιτέκτονας [74].

Βασίλειος Σμύρνης, Μητροπολίτης Αγχιάλου, Σμύρνης, Διεθυντής Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.

Βασίλειος Χατζής (1870-1915), Διακεκριμένος Ζωγράφος γνωστός κυρίως για τις θαλασσογραφίες του [75].

Λεωνίδας Παπάζογλου (1872 - 1918), φωτογράφος [76].


Σημειώσεις

i. Η λέξη Καστοριά προέρχεται από τη λέξη Κάστωρ. Το πρώτο μέρος της λέξης Κασ- όπως και Κασσοπίς (κασ- συν όπωπα πρκ του οράω-ώ), Κασταλία, Κάστελος, Κασσάνδρα, Καστοριά έχει άμεση σχέση με τη λέξη κασσίτερος (καλάι, το στοιχείο Sn) που έχει χρώμα αργυρόλευκο, γυαλίζει και λάμπει και γι αυτό χρησιμοποιείται για το κασσιτέρωμα (γάνωμα) των σκευών, που σημαίνει στίλβωμα. Το δεύτερο συνθετικό της λέξης -ωρ από το ώριος=ωραίος. Ο Κάστωρας (Castor fiber) είναι αμβίβιο ζώο με τρίχωμα λεπτό και στιλπνό και χρώμα αργυρόχροο και γι΄αυτό ονομάστηκε κάστωρας από το στιλπνό και αργυρόχροο χρώμα του [77].

ii. Η λίμνη της Καστοριάς σε υψόμετρο 620μ.,που έχει σχήμα έλλειψης και τα νερά της περιβρέχουν την πόλη, έχει επιφάνεια 28,655 τετραγωνικά χλμ. μέγιστο μήκος 7.500μ., μέγιστο πλάτος 5.425μ. και είναι η ενδεκάτη μεγαλύτερη σε μέγεθος λίμνη στην Ελλάδα [78]. Το βάθος της κυμαίνεται από 8-12 μέτρα και η μέση θερμοκρασία είναι 22 βαθμοί Κελσίου. Η λίμνη έχει πολλές εισροές νερού από τα δυτικά και μια εκροή στον ποταμό Αλιάκμονα. Σε παλαιότερη εποχή η λίμνη περιέβαλλε εξ ολοκλήρου το βραχόβουνο που σχημάτιζε έτσι μια νησίδα [79].

Καθ΄όλην δε την περιφέρειαν αυτής έχει χωρία ανά μίαν περίπου ώραν απ΄αλλήλων απέχοντα, γαίας ευφόρους καί πλήρεις φυτών και δένδρων, ώστε η θέα αυτών καί μιάς πόλεως, εις τας όχθας μιας λίμνης κειμένης, λαμπράν εμποιεί εντύπωσιν τω προσεκτικώ θεατή και παρατηρητή. Απόσπασμα από αφήγηση του έτους 1870 [80].

Το Τζαμί τούτο, γράφει ο Παντελής Τσαμίσης [81], έλαβε το όνομα εκ του Χασάν Καδή, όστις ερχόμενος εξ Αργυροκάστρου αρχάς του 19ου αιώνος, εποχήν καθ΄ήν η λίμνη ήτο παγωμένη, διήλθεν την κατ΄αυτόν χιονισμένη πεδιάδα και μαθών κατόπιν τα της παγωμένης λίμνης ηυχαρίστησε τον Θεόν επί τη διασώσει του και έκτισε το τζαμί, όπερ έλαβεν έκτοτε το όνομά του.

Καθώς έστριψε το αυτοκίνητο, γράφει το 1937 ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, για μια τελευταία φορά, δεν ακούστηκε τίποτ' άλλο παρά μονάχα τούτο: Α! βρισκόμαστε στα πόδια της λίμνης Ορεστιάδος, αντίκρυ στην Καστοριά. Κι ο ήλιος κοκκίνιζε περισσότερο τις στέγες κ' έκανε τα ολόστρωτα νερά να φωσφορίζουν. Ο τόπος αυτός δεν είναι απλώς μοναδικός από το Ταίναρο ίσαμε τη Ροδόπη από την άποψη της τοποθεσίας• είναι και αξιαγάπητος για τον πραγματικό του πολιτισμό, ένα πολιτισμό που γίνεται σημαντικώτερος εδώ επάνω, ανάμεσα στους ακραίους σταθμούς της χώρας. Η πρώτη εντύπωση είναι καταπληκτική• η δεύτερη κάτι περισσότερο: μαγευτική [82].

iii. Η άποψη του Θρασύβουλου Παπαστρατή: Στάχτες και δάκρυα στη λίμνη της Καστοριάς... ότι, οι εκ Ισπανίας Σεφαραδίτες (1492- 1498), φέρανε από την Αχρίδα τη γούνα στην Καστοριά δεν ευσταθεί, όπως ενδεικτικά αναφέρεται παρακάτω. Ο Βίκτωρ Μπεράρ στο οδοιπορικό του (1892) σ.156 γράφει: Στα 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι. Είχαν στα χέρια τους το μεγαλεμπόριο των γουναρικών. Στα 30-40 εργαστήριά τους έκοβαν και έραβαν τη γούνα της ντόπιας βύδρας, τα δέρματα που έρχονταν από τις γειτονικές λίμνες ή τα γουναρικά της Κωνσταντινούπολης και της Ρωσίας. Οι γούνινες κάπες που τόσον αγαπούν οι γέροι Τούρκοι, τα καφτάνια που φορούν οι χριστιανές και οι Εβραίες γυναίκες, έβγαιναν όλα σχεδόν στην αγορά. Οι Καστοριανοί γνώριζαν την τέχνη δυο- τρεις αιώνες νωρίτερα, οι δε άρχοντες της Αχρίδας χρησιμοποίησαν τα γουναρικά από τον 17ο αιώνα, νωρίτερα απαγορευόταν από τους Τούρκους να χρησιμοποιούν οι ραγιάδες γουναρικά.[83] Τον 17ο αι. αναφέρονται Έλληνες γουνέμποροι όπως ο Μανωλάκης Καστοριανός και στις αρχές των δεκαετιών του 19ου αι., ενδεικτικά, οι Δημήτριος Μπετλής, Αφοί Βελρδάρη, Γεώργιος Δράσκας, Κωνσταντίνος Παπαναούμ, Ιωάννης και Γεώργιος Θεοχάρης, όπως μας πληροφορεί στο οδοιπορικό του ( Καστοριά-Λειψία) μέσω Νύσσας, Πέστης, Βιέννης, Πράγας, Δρέσδης, όπου συναντά τους παραπάνω Καστοριανούς γουνεμπόρους ο Παναγιώτης Παπαναούμ το έτος 1822.


Παραπομπές

1. Αντώνιος Κεραμόπουλος, Ορεστικόν Άργος – Διοκλητιανούπολις - Καστορία, Βυζαντινά και Νεοελληνικά Χρονικά) σελ. 56-59, Αθήνα 1932

2. Διονύσιος Ζακυνθηνός, Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών σπουδών έτος ΙΖ΄σελ. 225-226, Αθήνα 1941.

3. Προκόπιος, Περί κτισμάτων, Δ', 3.273 : «Λίμνη δε τις αυτή εν γειτόνων τυγχάνει ούσα ή (η οποία) Καστορία ωνόμασται».

4. Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς, 6.1.1.12 (1137-1148 μ.Χ.): «Λίμνη τίς εστι η της Καστορίας εν η τράχηλος από της χέρσου εισέρχεται και περί το άκρον ευρύνεται εις πετρώδεις βούνους αποτελευτών. Περί δε το τράχηλον και πύργοι και μεσόπυργοι ωκοδόμηνται κάστρου δίκην, όπερ και Καστορία ονομάζεται».

5. Κ. Άμαντος, Μακεδονικά Σημειώματα, Νέα Εστία, έκτακτο τεύχος, Χριστούγεννα 19₥32 σ.72.

6. Κ. Άμαντος Castor Fiber (αργυρόχροος), Μακεδονικά σημειώματα σελ.72 (1932)

7. The New Cambridge Medieval History: c. 900 - c. 1024, τ.ΙΙΙ, σ. 600, Cambridge University Press, 2000, ISBN 0-521-36447-7.

8. Поповски, Търпо. Македонски дневник. Спомени на отец Търпо Поповски, Издателство Фама, София, 2006, стр. 5.

9. Η Ιστορία της ανθρωπότητας της UNESCO τόμος 1ος σσ.Καινοζωϊκός αιώνας

10. Ιστορία της ανθρωπότητας της UNESCΟ, τόμος 1ος σσ.10-19

11. Οι φάσεις της νεολιθικής εποχής ( μεσολιθική, προ-κεραμική,νεότερη και τελική νεολιθική) δεν είναι ενιαίες σ΄ όλες τις περιοχές του κόσμου. Κατά τον καθηγητή αρχαιολόγο Χρήστο Τσούντα η νεολιθική εποχή στον ελλαδικό χώρο αρχίζει το 6800 π.Χ.
12. ...από δε ανατολών του τε ειρημένω της Θράκης μέρει και τους κόλπους του Αιγαίου πελάγους τοις από Νέστου ποταμού μέχρι του εκτεθειμένου πέρατος του Μαλιακού κόλπου - Κλαύδιος Πτολεμαίος, Γεωγραφική υφήγηση 2, 3.12.4

13. Τίτος Λίβιος, Ab urbe condita, Βιβλίο 5, 40
14. Περ. ΕΠΟΧΕΣ: Πνευματικού Προβληματισμού και Γενικἠς Παιδείας, Τεύχος 15, 1964. σ. 89.

15. Προκόπιος Περί κτισμάτων, 4.2.3.
16. Η περίοδος του Ιουστινιανού, Η βυζαντινή πόλη της Καστοριάς, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Ανακτήθηκε 09/10/2010.

17. The New Cambridge Medieval History: c. 900 - c. 1024, τ.ΙΙΙ, σ. 600, Cambridge University Press, 2000, ISBN 0-521-36447-7.
18. ΕΠΟΧΕΣ, Μηνιαία έκδοση Πνευματικού προβληματισμού και Γενικής Παιδείας Αγγέλου Τερζάκη, Τεύχος 15, σ.86

19. Δημήτρης Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 21, σσ.159-160.
20. 20,0 20,1 Παρανίκας (1867), σσ. 53-54.

21. E. Legrand, Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή και των σύν αυτώ μαρτυρησάντων, Αθήναι 1891, μετάφρ, Σπ.Λάμπρου, σ.101-105.
22. Αρχεία του Κράτους - Φύλλο Μητρώου Αγωνιστών.

23. History of Macedonia 1354-1833, A. Vacalopoulos
24. Διαδικτυακές Πύλες, Δήμος Καστοριάς, Η Πόλη της Καστοριάς, Ιστορία - Πολιτισμός, Τουρκοκρατία, Αντίσταση κατά των Τούρκων.

25. Νικόλαος Δημ. Σιώκης. Ο Μακεδονομάχος ιατρός Ιωάννης Αργυρόπουλος (1852-1920). Πρακτικά συνεδρίου για τα 100 χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Μελά, Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, σσ.197-198.
26. Η μουσουλμανική συνοικία έχει μόνο διακόσια σπίτια• οι Εβραίοι περισσότεροι είναι γύρω στις 250-300 οκογένειες• στο αριθμό υπερτερούν οι Έλληνες 1.000 με 1.200 σπίτια. Βλ. Βίκτωρ Μπεράρ (1892), σ.366.

27. Σπυρίδων Σφέτας, Ελληνοβουλγαρικές αναταράξεις (1880-1908).
28. Σπυρίδων Σφέτας, Η πορεία προς το Ίλιντεν, ο αντίκτυπος της εξέγερσης του Ίλιντεν στην Ελλάδα και οι απαρχές της ένοπλης φάσης του Μεκεδονικού Αγώνα.

29. Αφανείς γηγενείς Μακεδονομάχοι, επιστημονική επιμέλεια Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, ΕΜΣ, εκδόσεις University Studio Press. Θεσσαλονίκη 2008.
30. Ιωάννης Κολιόπουλος, Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΟΥ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

31. Πάνος Τσολάκης, Η εβραϊκή συνοικία στην Καστοριά, σ.11: Κατά την επίσημη Οθωμανική επετηρίδα του Βιλαετίου Μοναστηρίου (1891), ζούσαν στην Καστοριά 5.615 κάτοικοι, από τους οποίους 774 ήταν Εβραίοι.
32. Θρασύβουλος Παπαστρατής, Στάχτες και δάκρυα στη λίμνη.

33. Έκθεση του Ιατρικού Συλλόγου Καστοριάς της 23ης Αυγούστου 1945
34. Ιωάννης Κολιόπουλος, Λεηλασία φρονημάτων, τόμος Α΄ σ.218.

35. Εμμ. Θ. Γρηγορίου, Βουλγαρικόν όργιον αίματος εις Δυτικήν Μακεδονίαν 1941-44, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΣΟΣ 1947.
36. Αναστ. Ορλάνδος, Τα Βυζαντινά μνημεία της Καστοριάς, Τόμ.Δ΄, σ.186.

37. Στυλ. Πελεκανίδης (1953), Καστοριά, Βυζαντιναί τοιχογραφίαι.
38. Ορών δε τους Λατίνους κατιόντας πλείονα χρόνον τρίβοντας εν τω κατιέναι τον Παλαιολόγον Γεώργιον μετά αλκίμων ανδρών εισελάσας εις τους περί τους βουνούς πρόποδας την ακρολοφίαν κατέλαβεν… την σημαίαν δε το μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τεμένει στήναι. Και παραχρήμα εξαιτούνται τον αυτοκράτορα εκείσε ανοικοδομηθήναι ο ναός ουτοσί. Ο δε αυτοκράτωρ μάλα ταχέως επλήρου το αιτηθέν, αυτός δε της προς το Βυζάντιον είχετο νικητής επιφανέστατος (Αλεξιάς, 16.1).

39. Κτήτορες των Αγίων Αναργύρων ήταν ο Θεόδωρος Λιμνιώτης κα η σύζυγός του Άννα Ραδηνή, του Νικολάου του Κασνίτζη ο Νικηφόρος Κασνίτζης. Βλ. Βυζαντινή τέχνη στην Ελλάδα, σ. 38 και 56 αντίστοιχα, Εκδοτικός οίκος Μέλισσα.
40. Middle Byzantine Churches of Kastoria, 1980, σ. 195 κ.ε.

41. Early Crhristian and Byzantine Architecture, 1975, σ. 354-355
42. Jenny Albani, Kastoria, Grove Art Online, Oxford Art Online, 2010.

43. Γιάννης Ρούσκας, Το καστοριανό καράβι (1997) ISBN 960-85363-1-6
44. H.Byron, Athos σελ.56.

45. Antoine Olivier Le Voyage dans l'Empire Οθωμανική κυριαρχία, Αιγύπτου et la Perse (1807)
46. L'Hellenisme contemporian, Αθήνα 1953- Επιμέλεια Αγγελική Χατζημιχάλη

47. ΙΕΕ, Τόμος ΙΑ΄, σ.191.
48. Βίκτωρ Μπεράρ (1892), σ.156.

49. Πατριαρχικά έγγραφα, τόμ. Β΄, σ.486.
50. Νικόλαος Μουτσόπουλος, Καστοριά τα αρχοντικά, Έκδοσις Αρχιτεκτονικής, Αθήναι 1962.

51. Πάνος Τσολάκης, Η αρχιτεκτονική της παλιάς Καστοριάς, Εκδ. Επίκεντρο 2009 ISBN 9789604582242
52. Παναγιώτης Παπαναούμ, Αυτοβιογραφία 1851.

53. Παναγιώτης Παπαναούμ, Το Αδαμάντινον Δακτυλίδιον (1856)
54. Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, Τόμος 13ος σ.579

55. Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας (1354-1833), σελ.446, Εκδόσεις Βάνιας, 1988
56. Ν.Σβορώνος«ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΟΣ. ΓΕΝΕΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ», εκδ. ΠΟΛΙΣ 2004.

57. ΕΠΟΧΕΣ, Τεύχος 15 σ.86, Παναγιώτης Μουλάς
58. Στο ζήτημα της εξασφάλισης της κυριότητος επί του Παναγίου Τάφου και των άλλων ιερών προσκυνημάτων συμπαραστάθηκαν ηθικά και υλικά πολλοί Έλληνες «άρχοντες», όπως ο Μανωλάκης Καστοριανός, ο Γεώργιος Καστοριώτης ή Καστριώτης, Νικόλαος Καραγιάννης, ο Παναγιώτης Νικούσιος έμπορος στη Βενετία, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και άλλλοι. ΙΕΕ, Τόμος ΙΑ σ.134

59. Γεώργιος Βαλέτας, Επίτομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σσ.67,68, Έκδοση Πέτρου Κ.Ράνου (1966)
60. Κ. Άμαντος Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή(1932), .

61. Κ. Άμαντος Μακεδονικά σημειώματα....άχρι της σήμερον,.
62. Καθημερινή, ένθετο ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ,3-12-1995, σ. 28.

63. Περιοδ. Επτά Εποχές, τεύχος Ιουνίου 15 (1964)
64. Εγκυκλοπαίδεια, "Πάπυρος Λαρούς Μπριττάνικα"

65. Περ. ΕΠΟΧΕΣ σ.94
66. Αυτοβιογραφία Π.Π.Ναούμ (1871)

67. Στρατιωτική Επιθεώρηση –Δελτίον ΝΟΕ-ΔΕΚ 2005
68. Διάλογος δύω(sic) φίλων-Εν Λειψίαι εκ της τυπογραφίας Καρόλου Τάουνχνιτζ (1851)

69. Από δακτυλογραφημένο απόγραφο χειρογράφων των απογόνων του στο Mainz am Rhein της Γερμανίας
70. Γεράσιμος Βώκος Το Είκοσι Ένα,(1906) .

71. Επιστολαί Γ.Π. Κρέμου και ηθική Στιχουργία Α.Κ.Βυζαντίου, σ.ΙΙΙ (1870)
72. Γεώργιος Κουρνούτος. Σχολεία της τουρκοκρατουμένης Καστοριάς, Αθήναι 1953, σ.428

73. ΕΝ ΒΟΥΔΑ, Εν τω τυπογραφείω του Πανδιδακτηρίου,νυν το τέταρτον (1818).
74. 12 Έλληνες Αρχιτέκτονες του Μεσοπολέμου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης σ.376.

75. Κ.Χασιώτης, Η καταγωγή και το έργο του Ζωγράφου Β.Χατζή,
76. Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, 2004

77. Ευ. Δημοπούλου, Κήλητρον - Κήληθρον- Καστοριά, Μακεδονικόν Ημερολόγιον 1962 σελ.39-45.
78. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος, Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού.

79. Kotoulas D.Vergaugenheit und zukunt des Orestias, Seite 17-41, Graz (1988)
80. Δήμιτσα Μαργαρίτου, Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας συνταχθείσα κατά τας αρχαίας πηγάς και τα νεώτερα βοηθήματα, Αθήνησι 1870}.

81. Παντελής Τσαμίσης, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα 1949, Έκδοση Λ.Ι. Αλευρόπουλος.
82. Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Ελληνικοί Ορίζοντες, Έκδοση «ΠΥΡΣΟΣ» (1940)

83. Bore, Les rayas en Turquie et Perse, σ.208.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ



ΠΑΑ 2007-2013


Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης:
Η Ευρώπη επενδύει στις αγροτικές περιοχές


LEADER